Στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος

 

Ο Κύριλλος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, προς όσους ρωτούν και ζητούν να μάθουν για την πίστη και τη θρησκεία των Γραικών (Ελλήνων) δηλαδή της Ανατολικής Εκκλησίας, τι δηλαδή πιστεύει για την Ορθόδοξη πίστη, εξ ονόματος όλων των Χριστιανών εκδίδει αυτή τη συνοπτική  ομολογία για να μαρτυρήσει και ενώπιον του Θεού και μπροστά στους ανθρώπους, με ειλικρινή συνείδηση, χωρίς καμιά προσποίηση.

 

Κεφ. α΄

Πιστεύουμε σε έναν Θεό αληθινό, παντοκράτορα και άναρχο, τρισυπόστατο, Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, Πατέρα αγέννητον. Στον Υιό που γεννήθηκε από τον Πατέρα προ αιώνων, ομοούσιο με τον Πατέρα. Στο Άγιο Πνεύμα που προέρχεται από τον Πατέρα διά του Υιού, ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό. Αυτές τις τρεις υποστάσεις σε μια ουσία την αποκαλούμε παναγία Τριάδα, την οποία ευλογεί, δοξάζει και προσκυνεί ολόκληρη η κτίση για πάντα.

 

Κεφ. β΄

Πιστεύουμε ότι η ιερά Γραφή είναι θεόπνευστη, και ότι δημιουργός της είναι το Άγιο Πνεύμα και κανένας άλλος. Οφείλουμε να πιστεύουμε σ’ αυτήν αδίστακτα, επειδή έχει γραφτεί πως ο προφητικός λόγος είναι αξιόπιστος, στον οποίο καλά κάνετε και προσέχετε σαν σε λυχνάρι που φέγγει σε τόπο σκοτεινό. Άλλωστε η μαρτυρία της Αγίας Γραφής είναι πολύ ανώτερη απ’ αυτήν που έχει η εκκλησία. Επειδή το να διδασκόμαστε από το Πανάγιο Πνεύμα δεν είναι το ίδιο με το να διδασκόμαστε από κάποιον άνθρωπο. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί από άγνοια να αμαρτήσει, να απατήσει και να απατηθεί. Η Αγία  Γραφή όμως ούτε απατά, ούτε απατάται, ούτε υπόκειται στην αμαρτία, έχει κύρος ακλόνητο και αιώνιο.

 

Κεφ. γ΄

Πιστεύουμε ότι ο άκρως αγαθός Θεός (Πανάγαθος;) εξέλεξε προ καταβολής του κόσμου αυτούς που προορίζει για τη δόξα, χωρίς να αποβλέπει στο ελάχιστο στα έργα τους, ούτε σε καμιά άλλη αιτία που οδηγεί στην εκλογή αυτή, παρά στην εύνοια, στο Θείο έλεος. Με τον ίδιο τρόπο απέρριψε προ καταβολής κόσμου αυτούς που απέρριψε. Και γι’ αυτή την απόρριψη αν κάποιος κοιτάξει στην απόλυτη δύναμη και εξουσία του Θεού, θα βρει ότι αναμφίβολη αιτία είναι το Θείο θέλημα. Αν πάλι κάποιος κοιτάξει τους νόμους και τους κανόνες της τάξης (πειθαρχίας) τους οποίους χρησιμοποιεί η άνωθεν πρόνοια για τη διακυβέρνηση του κόσμου θα βρει ότι η αιτία είναι η δικαιοσύνη του. Γιατί ο Θεός είναι ελεήμων αλλά και δίκαιος.

 

Κεφ. δ΄

Πιστεύουμε ότι ο Τρισυπόστατος Θεός, ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι ο ποιητής των ορατών και αοράτων κτισμάτων. Αόρατα εννοούμε τις αγγελικές δυνάμεις, και ορατά τον ουρανό και όλα όσα είναι κάτω απ’ αυτόν. Επειδή δε είναι από τη φύση του καλός ο Ποιητής, γι’ αυτό και όλα όσα έκανε είναι καλά, και δεν μπορεί ποτέ να κάνει κάτι κακό. Αν υπάρχει κάτι κακό στη φύση, αυτό είναι δημιούργημα είτε του διαβόλου είτε του ανθρώπου. Γιατί ο αληθινός και αδιάπτωτος κανόνας είναι ότι ο Θεός δεν είναι δημιουργός κακών, ούτε μπορεί να αποδώσει κανείς σ’ Αυτόν κακό με επιχειρήματα.

 

Κεφ. ε΄

Πιστεύουμε ότι τα πάντα διοικούνται από την πρόνοια του Θεού την οποία οφείλουμε να εκθειάζουμε, αλλά όχι να εξετάζουμε, γιατί είναι πέρα από τη δική μας κατανόηση και δεν μπορούμε από μόνοι μας να την κατανοήσουμε. Γι’ αυτό θα πρέπει να μιλάμε γι’ αυτήν με ταπείνωση ή καλύτερα να σιωπούμε παρά να συζητούμε μάταια.

 

Κεφ. ς΄

Πιστεύουμε ότι ο πρώτος  άνθρωπος που έπλασε ο Θεός αμάρτησε στον Παράδεισο όταν παράκουσε τη Θεία εντολή, υπακούοντας στην απατηλή συμβουλή του όφεως. Κι από τότε άρχισε η διαδοχή της προπατορικής αμαρτίας. Έτσι δεν υπάρχει κανείς απ’ όσους γεννιούνται με σάρκα που να μην φέρει το φορτίο αυτό και να μην αισθάνεται τους καρπούς της σ’ αυτή τη ζωή.

 

Κεφ. ζ΄

Πιστεύουμε ότι ο υιός του Θεού ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, κένωση τον εαυτό του, πήρε δηλαδή σαν υπόσταση την ανθρώπινη σάρκα, αφού συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου στην κοιλιά της αει-παρθένου Μαρίας και έγινε άνθρωπος. Γεννήθηκε, έπαθε, ετάφη και αναστήθηκε με δόξα, φέρνοντας έτσι σωτηρία και δόξα σε όλους τους πιστούς. Αυτόν προσδοκούμε να έρθει για να κρίνει ζώντες και νεκρούς.

 

Κεφ. η΄

Πιστεύουμε ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός κάθεται στα δεξιά του Πατρός, και μεσιτεύει για μας αφού είναι ο μόνος αληθινός και γνήσιος αρχιερέας και μεσίτης, και συνεπώς φροντίζει μόνος του για τους δικούς τους και προΐσταται της εκκλησίας, την στολίζει με κάθε είδους ευλογία και την κάνει πλουσιότερη.

 

Κεφ. θ΄

Πιστεύουμε ότι κανείς δεν σώζεται χωρίς πίστη. Πίστη εννοούμε αυτήν που μας δικαιώνει δια του Ιησού Χριστού, αυτήν που η ζωή και ο θάνατος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μας προμήθευσε και κηρύττει το Ευαγγέλιο, χωρίς την οποία είναι αδύνατον να ευαρεστήσει κανείς τον Θεό.

 

Κεφ. ι΄

Πιστεύουμε ότι αυτό που αποκαλείται καθολική εκκλησία περιλαμβάνει όλους τους πιστούς του Χριστού είτε αυτοί έχουν πεθάνει και βρίσκονται στην (ουράνια) πατρίδα, είτε είναι ακόμη παρεπίδημοι. Αυτής της εκκλησίας αρχηγός δεν είναι δυνατόν να είναι άνθρωπος παρά μόνον ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ο οποίος κρατώντας τα πηδάλια της διακυβέρνησής καθοδηγεί την Εκκλησία. Επειδή όμως στον κόσμο αυτό οι τοπικές εκκλησίες είναι ορατές,  έχει η κάθε μια για λόγους τάξης τον προϊστάμενο της, ο οποίος δεν είναι κεφαλή της τοπικής εκείνης εκκλησίας αλλά καταχρηστικώς θεωρείται ηγετικό μέλος.

 

 

 

Κεφ. ια΄

Πιστεύουμε ότι τα μέλη της καθολικής Εκκλησίας είναι οι πιστοί που έχουν εκλεγεί για την αιώνια ζωή, από τους οποίους έχουν αποκλειστεί οι υποκριτές. Αν και σε μερικές εκκλησίες βλέπουμε και καταλαβαίνουμε ότι το σιτάρι είναι ανακατεμένο με τα άχυρα.

 

Κεφ. ιβ΄

Πιστεύουμε ότι η Εκκλησία στη διάρκεια της επίγειας παρουσίας της αγιάζεται και διδάσκεται από το Πανάγιο Πνεύμα. Επειδή αυτό είναι ο αληθινός Παράκλητος, τον οποίο στέλνει ο Χριστός από τον Πατέρα για να διδάξει την αλήθεια και να διώξει το σκοτάδι από το μυαλό τον πιστών. Γιατί είναι αληθινό και βέβαιο ότι στην πορεία της η Εκκλησία μπορεί να αμαρτήσει και να διαλέξει το ψέμα αντί για την αλήθεια. Απ’ αυτή την πλάνη και την απάτη μόνο το φως και η διδασκαλία του Παναγίου Πνεύματος και όχι θνητού ανθρώπου μας απαλλάσσει. Αν και είναι δυνατόν αυτό να γίνει και με την υπηρεσία αυτών που διακονούν πιστά την Εκκλησία.

 

Κεφ. ιγ΄

Πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος δικαιούται δια της πίστεως και όχι με τα έργα. Όταν λέμε πίστη, εννοούμε το σχετικό με την πίστη, που είναι η δικαιοσύνη του Χριστού, την οποία η πίστη, κάνοντας τη δουλειά του χεριού, την άρπαξε και την έδωσε σε μας για τη σωτηρία μας, πράγμα το οποίο δηλώνουμε πως είναι για την ενίσχυση και όχι για την απόρριψη των έργων. Επειδή αυτή η αλήθεια μας διδάσκει ότι δεν πρέπει να παραμελούμε τα έργα, γιατί είναι απαραίτητα για την απόδειξη της πίστεως, και τη βεβαίωση της κλήσης μας.  Αυτά όμως, δεν είναι αρκετά για να παρουσιαστεί κανείς μπροστά στο βήμα του Χριστού και να ζητήσει την ανάλογη ανταμοιβή και να σωθεί. Αυτό το επιβεβαιώνει η ανθρώπινη αδυναμία. Η δικαιοσύνη όμως του Χριστού που προσφέρεται δωρεάν σ’ αυτούς που μετανοούν είναι η μόνη που δικαιώνει και σώζει τον πιστό.

 

Κεφ. ιδ΄

Πιστεύουμε ότι σε εκείνους που δεν έχουν αναγεννηθεί, η ελεύθερη βούληση είναι νεκρή. Ως εκ τούτου δεν μπορούν να πράξουν το αγαθό και κάθε τι που κάνουν είναι αμαρτία. Σ’ εκείνους που έχουν αναγεννηθεί με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος η ελεύθερη βούληση έχει ζωοποιηθεί και ενεργεί, όχι όμως χωρίς τη βοήθεια της χάρης. Επομένως ο άνθρωπος που αναγεννήθηκε για να κάνει το καλό, έχει ανάγκη να καθοδηγείται και να προστατεύεται από την χάρη, χωρίς την οποία είναι τραυματισμένος και έχει τόσες πληγές, όσες είχε κι αυτός που πορευόταν από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ και έπεσε στα χέρια των ληστών. Έτσι είναι αδύναμος και ανίκανος να κάνει οτιδήποτε.

 

Κεφ. ιε΄

Πιστεύουμε ότι τα ευαγγελικά μυστήρια στην εκκλησία είναι αυτά που ο Κύριος παρέδωσε στο ευαγγέλιο, και είναι δύο, γιατί τόσα μας παραδόθηκαν και ο νομοθέτης δεν μας έδωσε περισσότερα. Αυτά αποτελούνται από λόγο και στοιχείο, και είμαστε βέβαιοι ότι είναι σφραγίδες των υποσχέσεων του Θεού και φορείς χάριτος.

 

Για να είναι μάλιστα το μυστήριο τέλειο και ολοκληρωμένο, πρέπει η γήινη ύλη και η εξωτερική τελετουργική πράξη να συμβαδίζουν με την χρήση του γήινου στοιχείου, η ο οποία καθιερώθηκε από τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ενωμένο με ειλικρινή πίστη. Γιατί αν η πίστη όσων συμμετέχουν στο μυστήριο είναι ελλιπής, το μυστήριο δεν είναι πλήρες.

 

Κεφ ις΄

Πιστεύουμε ότι το βάπτισμα είναι μυστήριο που καθιερώθηκε από τον Κύριο, χωρίς το οποίο δεν μπορεί κάποιος να έχει κοινωνία με τον Χριστό από του οποίου τον θάνατο, την ταφή και την ένδοξη ανάσταση αναβλύζει όλη η δύναμη και η ενέργεια του βαπτίσματος. Γι’ αυτό για όσους έχουν βαπτιστεί με αυτό τον τρόπο, όπως διατάζει το Ευαγγέλιο, δεν αμφιβάλουμε ότι συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες τους, τόσο η προπατορική όσο και όσες άλλες είχε κάνει ο βαπτισμένος. Επομένως αυτοί που πλύθηκαν στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι αναγεννημένοι, καθαροί και δικαιωμένοι. Όσο για το να βαπτιστεί κανείς για δεύτερη φορά, δεν έχουμε τέτοια εντολή, για αναβαπτισμό. Γι’ αυτό οφείλουμε να απέχουμε από ένα τέτοιο ατόπημα.

 

Κεφ. ιζ΄

Πιστεύουμε ότι το άλλο μυστήριο που καθιέρωσε ο Κύριος είναι εκείνο που αποκαλούμε ευχαριστία. Γιατί την νύκτα κατά την οποία παρεδίδετο ο Κύριος πήρε ψωμί και αφού ευλόγησε είπε στους αποστόλους: Λάβετε και φάγετε, αυτό είναι το σώμα μου. Και παίρνοντας το ποτήρι ευχαριστίας είπε: Πιείτε απ’ αυτό όλοι, αυτό είναι το αίμα μου που χύνεται για χάρη σας, αυτό να το κάνετε στην ανάμνησή μου. Και ο Παύλος προσθέτει: Όποτε τρώτε αυτό το ψωμί και πίνετε αυτό το ποτήριο, διακηρύττετε τον θάνατο του Κυρίου. Αυτή είναι η απλή, αληθινή και γνήσια παράδοση του θαυμαστού μυστηρίου στη διάρκεια και κατά την τέλεση του οποίου ομολογούμε και πιστεύουμε ότι ο Χριστός παρίσταται αληθινά και πραγματικά. Όμως αυτό που η πίστη μας παρουσιάζει και προσφέρει δεν είναι η εφευρεθείσα μετουσίωση που διδάσκει. Γιατί πιστεύουμε ότι οι πιστοί που μεταλαμβάνουν από το δείπνο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δεν τρώνε  λιώνοντας απλώς τη μετάληψη με τα δόντια τους, αλλά συμμετέχουν με τις αισθήσεις της ψυχής. Επειδή αυτό που λαμβάνεται δεν είναι το σώμα του Κυρίου που είναι ορατό με τα μάτια στη διάρκεια του μυστηρίου, αλλά αυτό που η πίστη αντιλαμβάνεται πνευματικά και μας προσφέρει. Είναι, λοιπόν, αλήθεια ότι τρώμε, συμμετέχουμε και έχουμε κοινωνία εάν πιστεύουμε. Εάν δεν πιστεύουμε απέχουμε εντελώς από το μυστήριο. Και το ποτήριο που πίνουμε στο μυστήριο είναι το αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού με τον ίδιο τρόπο που αναφέραμε και για το σώμα. Γιατί ο νομοθέτης έδωσε εντολή για το αίμα του όπως και για το σώμα του. Την εντολή αυτή δεν πρέπει να την προσαρμόζουμε κατά περίσταση (κατά το δοκούν) αλλά να διατηρούμε ολόκληρη την νομοθετημένη παράδοση. Όταν λοιπόν συμμετέχουμε ολοκληρωτικά και κοινωνούμε το μυστήριο το σώματος και του αίματος του Κυρίου Ιησού Χριστού, ομολογούμε τη συνδιαλλαγή με την κεφαλή μας και την ένωσή μας με Αυτόν, σε ένα σώμα μ’ Εκείνον με την  βέβαιη ελπίδα ότι θα είμαστε συγκληρονόμοι στη Βασιλεία.

 

Κεφ. ιη΄

Πιστεύουμε ότι οι ψυχές των κεκοιμημένων είναι είτε σε μακαριότητα είτε σε κατάκριση ανάλογα με το τι έκανε ο καθένας. Διότι όταν εγκαταλείπουν το σώμα τους πηγαίνουν αμέσως είτε στον Χριστό είτε σε κατάκριση. Γιατί ανάλογα με το πως φθάνει κανείς στον θάνατο ανταμείβεται επειδή μετά τον θάνατο δεν υπάρχει μετάνοια. Ο καιρός της χάρης είναι η παρούσα ζωή. Γι’ αυτό όσοι δικαιώθηκαν εδώ δεν θα βρεθούν μετά απ’ αυτά σε κατάκριση. Όσοι δε δεν είχαν δικαιωθεί πριν πεθάνουν, είναι καταδικασμένοι σε αιώνια κατάκριση. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να δεχόμαστε τον μύθο για το καθαρτήριο αλλά να επιμένουμε στην αλήθεια ότι πρέπει ο καθένας να μετανοήσει σ’ αυτή τη ζωή και να ζητήσει άφεση αμαρτιών δια του Κυρίου Ιησού Χριστού, εάν θέλει να σωθεί. Έτσι έχουν τα πράγματα.

 

Αυτή τη συνοπτική ομολογία την παρουσιάζουμε σαν επιχείρημα σε όσους αρέσκονται να μας διασύρουν άδικα και να μας διώκουν.

 

Εμείς όμως ελπίζουμε στον Κύριο και είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα παραβλέψει τους δικούς του, ούτε θα τους εγκαταλείψει, ούτε και θα αφήσει το ραβδί των πονηρών να πέσει στους δικαίους.

 

Την ομολογία αυτή την γράψαμε πρώτα στα Λατινικά και τώρα την μεταφράσαμε κατά λέξιν στην δική μας γλώσσα, όπως είναι στο λατινικό πρωτότυπο στο οποίο γράψαμε με συντομία χωρίς να επεκταθούμε στο θέμα, όπως ίσως απαιτούσε η περίσταση. Αλλά ας φυλαχτεί αυτό τώρα. Σε λίγο συν Θεώ, θα φροντίσουμε ώστε να μάθει ο καθένας πως η πίστη μας είναι εκείνη που μας παρέδωσε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και κήρυξαν οι απόστολοι και δίδαξε η Ορθοδοξία. Επειδή μερικοί ορθόδοξοι ρώτησαν τη γνώμη μας για μερικά άρθρα και ζήτησαν να την εκδώσουμε. Γι’ αυτό προσθέσαμε στα ανωτέρω τα ακόλουθα όπως βλέπετε.

 

Ερώτηση

Πρέπει να διαβάζουν την Αγία Γραφή στην κοινή γλώσσα όλοι οι Χριστιανοί;

 

Απάντηση

Όλοι οι πιστοί Χριστιανοί οφείλουν, αν όχι όλα, αλλά τα απαραίτητα να μην τα αγνοούν, να τα πιστεύουν και να τα ομολογούν και να διακηρύττουν όλα όσα είναι σ’ αυτήν. Γιατί πουθενά αλλού παρά στην Αγία Γραφή μαθαίνουμε είτε διαβάζοντάς την είτε ακούγοντας πιστούς ανθρώπους να διαβάζουν χωρίς να ερμηνεύουν. Όπως λοιπόν δεν απαγορεύεται σε κανέναν Χριστιανό η ακρόαση της Αγίας Γραφής, έτσι δεν απαγορεύεται και η ανάγνωσή της. Γιατί ο λόγος είναι κοντά και στο στόμα και στην καρδιά. Γι’ αυτό ο πιστός Χριστιανός απ’ οποιαδήποτε τάξη θα αδικείται φανερά αν στερηθεί ή εμποδιστεί να διαβάζει ή να ακούει την Αγία Γραφή. Γιατί είναι το ίδιο άσχημο να στερείς την πνευματική τροφή από την πεινασμένη ψυχή, ή να της απαγορεύεις να την αγγίξει.

 

Ερώτηση

Είναι κατανοητή η Γραφή στους Χριστιανούς που τη διαβάζουν;

 

Απάντηση

Το βέβαιο είναι ότι η Αγία Γραφή έχει σε πολλά σημεία δυσκολία στην κατανόηση των εννοιών και των λέξεων. Τα δόγματα όμως της πίστεως είναι σαφή και ξεκάθαρα για τους αναγεννημένους και φωτισμένους από το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό πολλές φορές ο αναγνώστης μπορεί να πέσει σε κάποια δυσκολία, αλλά με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος και συγκρίνοντας τις λέξεις και τις έννοιες μπορεί κανείς να καταλήξει και σε λύση και στη σωστή έννοια. Γιατί η Γραφή είναι σαν φως και λυχνάρι, που φωτίζει τη διάνοια των πιστών και διώχνει το σκοτάδι.

 

 

 

Ερώτηση

Ποια βιβλία αποκαλείς Αγία Γραφή;

 

Αγία Γραφή αποκαλούμε όλα τα κανονικά βιβλία που παραλάβαμε και κρατούμε σαν κανόνα της πίστης  και της σωτηρίας μας. Επειδή μάλιστα είναι θεόπνευστα, μας διδάσκουν και είναι από μόνα τους επαρκή για να καθοδηγήσουν, να διαφωτίσουν, και να τελειοποιήσουν αυτόν που έρχεται στην πίστη. Ο αριθμός των κανονικών βιβλίων είναι αυτός που αποφάσισε η σύνοδος της Λαοδικείας και μέχρι σήμερα υπαγορεύει η καθολική και Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού φωτισμένη από το Πανάγιο Πνεύμα. Εκείνα δε που αποκαλούνται Απόκρυφα έχουν το όνομα αυτό γιατί δεν έχουν το ίδιο κύρος του Παναγίου Πνεύματος όπως τα κυρίως και αναμφισβήτητα κανονικά βιβλία, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η Πεντάτευχος του Μωυσή, τα Αγιόγραφα, οι Προφήτες τα οποία διόρισε η Σύνοδος της Λαοδικείας να διαβάζονται, συνολικά είκοσι δύο βιβλία από την Παλαιά Διαθήκη. Από την Καινή Διαθήκη έχουμε τους τέσσερεις Ευαγγελιστές, τις Πράξεις, τις επιστολές του ευλογημένου Παύλου και τις Καθολικές στις οποίες προσθέτουμε και την Αποκάλυψη του αγαπημένου (μαθητή). Αυτά είναι τα κανονικά βιβλία, που κρατούμε και αναγνωρίζουμε ότι είναι η Αγία Γραφή.

 

Ερώτηση

Τι πρέπει να πιστεύουμε για τις εικόνες;

 

Απάντηση

Ότι  διδασκόμαστε από την Αγία Γραφή που λέει απλά «Δεν θα κατασκευάσεις για σένα είδωλα και κανενός είδους ομοίωμα που να αντιπροσωπεύει οτιδήποτε βρίσκεται ψηλά στον ουρανό ή εδώ κάτω στη γη. Δεν θα τα προσκυνάς ούτε θα τα λατρεύεις» γιατί οφείλετε να λατρεύετε όχι την κτίση αλλά το Κτίστη και Ποιητή του ουρανού και της γης, κι εκείνον μόνο να προσκυνάτε. Απ’ αυτό είναι φανερό ότι δεν αποβάλλουμε τις εικόνες που είναι επίσημη τέχνη, αλλά έχουμε εικόνες και του Χριστού και των αγίων για όσους το επιθυμούν. Απορρίπτουμε όμως τη λατρεία και την πίστη σ’ αυτές επειδή απαγορεύεται από το Άγιο Πνεύμα στην Αγία Γραφή, για να μη κάνουμε το λάθος και αντί να προσκυνήσουμε τον Κτίστη και Ποιητή, να προσκυνούμε χρώματα, τέχνη και κτίσματα. Και όποιον πιστεύει κάτι διαφορετικό τον θεωρούμε άθλιο που έχει βαθύ σκοτάδι στο μυαλό και την καρδιά του πωρωμένη. Και είναι προτιμότερο να υποτάσσεται κανείς στις εντολές του Θεού παρά στις ματαιολογίες των ανθρώπων. Αυτά τα εξηγήσαμε με φόβο Θεού και καθαρή συνείδηση αν και ομολογούμε ότι θα μπορούσαμε να τα εκθέσουμε καλύτερα.

 

Έτσι, απαντώντας εγγράφως σε όσους ρώτησαν τελειώσαμε και τις απαντήσεις και τις προσθέσαμε στην ομολογία μας. Ο δε Κύριος είθε να δώσει σε όλους ορθή σκέψη και ειλικρινή συνείδηση.

 

Δόθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο 1631

Κύριλλος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

180 total views, 1 views today

Print Friendly, PDF & Email

Ευαγγελική Εκκλησία της Ελλάδος