Του Γεωργίου Ε.Παιδάκη

 

«Ο δε δίκαιος θέλει ζήσει εκ πίστεως» Ρωμ. 1:17

 

Με την ιστορία της Ευαγγελικής Αναμορφώσεως του 16ου αιώνα, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο το παραπάνω εδάφιο του Λόγου του Θεού. Η μεγάλη και ευλογητή αλήθεια της δια πίστεως στο τελειωμένο έργο του Χριστού δικαιώσεως του αμαρτωλού, είχε προ πολλού εξαφανιστεί κάτω από τον όγκο των ανθρώπινων εντολών και της ξηρότητας των άγονων θρησκευτικών τύπων, που είχαν αντικαταστήσει το Ευαγγέλιο του Χριστού στις συνειδήσεις των ανθρώπων.

Ο Λόγος του Θεού όμως μένει στον αιώνα. Kαι όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, το Πνεύμα του Θεού εντύπωσε με ανεξίτηλη ζωηρότητα και φώτισε με ουράνιο φως τη θεμελιώδη αυτή αλήθεια στις σκέψεις και την καρδιά του μεγάλου αρχηγού της Αναμορφώσεως, του Μαρτίνου Λουθήρου. Ταπεινός προσκυνητής της Παπικής παντοδυναμίας, αγωνιζόμενος τον απεγνωσμένο αλλά ακατόρθωτο αγώνα της δια των έργων σωτηρίας, είχε ήδη ανεβεί γονυπετής τα μισά της Αγίας Κλίμακας στην Ρώμη. Εκεί τον κατέφθασε η αύρα του Πνεύματος του Θεού και ψιθύρισε στα αυτιά του την σκοτεινή μέχρι εκείνη την στιγμή αλήθεια:«Ο δε δίκαιος θέλει ζήσει εκ πίστεως». Ο Λούθηρος υπέστη την ίδια μεταστροφή που είχε και ο Σαύλος όταν όδευε προς τη Δαμασκό, όταν ο Κύριος τον κάλεσε. Κατέβηκε αμέσως την Αγία Κλίμακα, βαδίζοντας πλέον και όχι γονατιστός, και αφιερώθηκε στο μεγάλο κίνημα της Ευαγγελικής Αναμορφώσεως, στην ιστορία της οποίας αποτελεί την εξοχότερη φυσιογνωμία.

Το παραπάνω εδάφιο είχε γίνει πλέον το σύνθημα της Αναμορφώσεως και η αφετηρία των μεγάλων αγώνων που εξασφάλισαν αργότερα σε εκατομμύρια ανθρώπους το δικαίωμα της ελεύθερης θρησκευτικής συνειδήσεως, και της απευθείας προσελεύσεως του αμαρτωλού προς τον Θεό εν τω Χριστώ, χωρίς την πολυδαίδαλη ιεραρχία των ανθρωπίνων επεμβάσεων στα ζητήματα που σχετίζονταν με την σωτηρία του ανθρώπου. Για δεύτερη φορά το φωτεινό δόγμα της δια πίστεως σωτηρίας του αμαρτωλού, αποκαθίσταται στην θέση που το έταξε ο Θεός. Την πρώτη φορά υπήρξε το ακαταμάχητο συμπέρασμα της μεγάλης νίκης του Χριστιανισμού κατά του Ιουδαϊσμού με πρωταγωνιστή τον Απόστολο Παύλο. Και μετά 15 αιώνες το ίδιο δόγμα που φώτισε τις διάνοιες και τις καρδιές των ευσεβών μαρτύρων της Αναμορφώσεως αντεπεξήλθε θριαμβευτικά κατά του παχυλού και σε οξύμωρο σχήμα χριστιανικού σκοταδιού του Μεσαίωνα.

Η ευλαβής ανάμνηση που καθιερώθηκε την τελευταία Κυριακή του μηνός Οκτωβρίου, κάθε χρόνου, του ωραίου αυτού αγώνα της Αναμορφώσεως, μας παρέχει την ευκαιρία να εξετάσουμε πιο κάτω το περιεχόμενο του νικηφόρου συνθήματος, που δόθηκε από το ύψος της Αγίας Κλίμακας και εξακολουθεί να εξαγγέλλεται μέχρι σήμερα στα πέρατα της γης, για την απολύτρωση κάθε ανθρώπινης ψυχής, από τα δεσμά της αμαρτίας και από την αντιχριστιανική και απατηλή εφεύρεση της αυτοδικαιώσεως.

Οι μεγάλες και αιώνιες αλήθειες, που περιλαμβάνονται στο σύνθημα αυτό μπορούν να συνοψιστούν στα παρακάτω τρία θεμελιώδη κεφάλαια, που αποτελούν το αντικείμενο της χριστιανικής πίστεως περί σωτηρίας.

 

Α’ Το εξιλαστήριο έργο του Χριστού.

Η Γραφή επικαλείται την πίστη σε σχέση με το μεγάλο ζήτημα της ζωοποιήσεως του αμαρτωλού. Υπήρξε καιρός στον οποίο ο άνθρωπος όφειλε να επιδιώξει την απόκτηση της κατά Θεόν ζωής με την εκπλήρωση των έργων του ηθικού και τελετουργικού Νόμου. «Θέλετε φυλάττει τα προστάγματά μου και τας κρίσεις μου, τα οποία κάμνων ο άνθρωπος θέλει ζήσει δι’αυτών» (Λευιτ 18:5). Ομως χωρίς ο Νόμος του θεού να παύσει να είναι πνευματικός (Ρωμ.7:14), αποδείχτηκε στην ανθρώπινη πείρα, ότι ήταν αδύνατος να μεταδώσει την ζωή στον αμαρτωλό άνθρωπο, εφόσον αυτός από φύση ήταν σαρκικός, πουλημένος στην αμαρτία. Δεν αστόχησε ο νόμος, αλλά ο άνθρωπος, που διέθετε έδαφος ξερό  και άγονο για να καλλιεργηθούν σε αυτόν τα διατάγματα της θείας δικαιοσύνης. Ετσι τα αποτέλεσμα υπήρξε αντίθετο από εκείνο, το οποίο ο νόμος θα μπορούσε να φέρει. Δια του νόμου έγινε η αναγνώριση της αμαρτίας (Ρωμ 3:20) και στην εφαρμογή αυτού αποδείχτηκε καθ’ υπερβολή αμαρτωλή η αμαρτία (Ρωμ 7:13), ώστε η εντολή που δόθηκε για την ζωή αυτή βρέθηκε στην ζωή κάθε ανθρώπου για θάνατο (10).

Εκείνο όμως που καθίσταται αδύνατο με τη σχέση του νόμου με τον αμαρτωλό, έγινε ευλογητή πραγματικότητα με την άσπιλη ζωή του Υιού του Θεού, που ήλθε με ομοίωμα σαρκός αμαρτίας και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτία στην σάρκα (Ρωμ 8:3) και  παίρνοντας θέση αμαρτωλού , πρόσφερε τον Εαυτό Του σαν μέσο εξιλεώσεως της Θείας Δικαιοσύνης.

Μέχρι τη μεγάλη στιγμή , στην οποία ο Ιησούς Χριστός υψώθηκε σαν αντικαταστάτης του αμαρτωλού στον Σταυρό του Γολγοθά, ο Νόμος της δικαιοσύνης του Θεού ζητούσε αμείλικτα τον θάνατο του αμαρτωλού, που χρεωκόπησε στην προσπάθεια αποκτήσεως ζωής δια των έργων της ζωής. Αλλά πάνω στο Σταυρό, δόθηκε η τελευταία μάχη και πάνω σε αυτόν τερματίστηκε το μεγάλο έργο της πλήρους ικανοποιήσεως της αδέκαστης δικαιοσύνης του Θεού. Ο Χριστός στη ζωή Του εκπλήρωσε όλες τις απαιτήσεις του νόμου και αποδείχτηκε ο τέλειος Υιός του ανθρώπου, από τον οποίο ο νόμος δεν είχε τίποτα να αξιώσει Αλλά στον θάνατό του πρόσφερε την τέλεια αυτή ζωή υπέρ του αμαρτωλού κόσμου, του εκτεθειμένου στον νόμο του Θεού, και ανέλαβε πάνω του την ενοχή και την αμαρτία κάθε ανθρώπου (Εβραίους 2:9). Ετσι με την εν τω θανάτω προσφορά του αίματος του Ιησού Χριστού, σαν ιλασμού για την ανθρώπινη ενοχή, λύθηκε ολοκληρωτικά το μέγα ζήτημα των έργων του νόμου και της ζωής, που μπορούσε να προέλθει από την εκπλήρωσή τους. Εφόσον ο αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας με το ίδιο αίμα Του μπήκε στα άγια, αποκτώντας αιώνια λύτρωση για τον αμαρτωλό (Εβρ. 9:12), τα έργα του νόμου, σαν μέσο ζωοποιήσεως και σωτηρίας καταργήθηκαν και στην θέση τους ανυψώθηκε το τελειωμένο έργο της εν Χριστώ Ιησού σωτηρίας, που για να γίνει πραγματικότητα στη ζωή του αμαρτωλού, δεν απαιτεί παρά μόνο την απλή πίστη στο πρόσωπο και το έργο του Χριστού. Η οδός της ζωής ανοίχτηκε, και πάνω στην οδό αυτή, μπορεί να βαδίσει κάθε άνθρωπος, αρκεί να εκτείνει το χέρι της πίστεως και να λάβει ό,τι ο Χριστός ετοίμασε στον Σταυρό γι’ αυτόν –σωτηρία τέλεια και αιώνια. Ο νόμος των έργων καταργήθηκε λόγω του ότι εκπληρώθηκε. Ηδη δια του Χριστού θεσπίστηκε ο νόμος της πίστεως γιατί το μόνο μέσο σωτηρίας και ζωής του αμαρτωλού, είναι το έργο του Λυτρωτή πάνω στον σταυρό, έργο το οποίο μόνο η πίστη μπορεί να ψηλαφίσει.

 

Β’ Η δικαίωση του αμαρτωλού από τον Θεό.

Το ευλογητό έργο του εξιλαστήριου θανάτου του Χριστού απέβλεπε στην προσφορά ικανοποιήσεως προς τον Θεό για την δικαιοσύνη Του, που προσβλήθηκε από τον αμαρτωλό άνθρωπο, και έτσι να προσπορίσει στον άνθρωπο, μέσο δικαιώσεως από τον Θεό. Ετσι ουδέποτε θα μπορούσε ο αμαρτωλός να θεωρήσει ασφαλή και αποτελεσματική την προσφορά υπέρ αυτού του Χριστού, εάν δεν είχε βεβαιότητα περί της υποδοχής που έτυχε η προσφορά αυτή από την πλευρά του Θεού. Εάν κάθε ανθρώπινη καρδιά μπορούσε να γνωρίζει την σημασία του σταυρικού θανάτου του Χριστού και την θυσία Του υπέρ αυτής, θα συντριβόταν αναμφίβολα κάτω από το κράτος της αγωνίας, μέχρις ότου μάθει ποία απάντηση έδωσε ο Θεός στο αίμα εκείνο, που βόησε προς αυτόν πάνω στον Γολγοθά…Γιατί η απάντηση αυτή είτε θα αποκαθιστούσε τον αμαρτωλό στην δικαιοσύνη του Θεού και θα τον επανέφερε στους πατρικούς κόλπους είτε θα απέκρουε την θυσία σαν ανεπαρκή και θα κατέστρεφε για πάντα κάθε ελπίδα συμφιλιώσεως του ανθρώπου προς τον Θεό.

Και η απάντηση δεν καθυστέρησε να δοθεί. Δύο άντρες που είχαν ρούχα απαστράπτοντα, έγιναν οι πρώτοι αγγελιοφόροι του ουρανού στις καρδιές των μυροφόρων γυναικών: «Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών; Δεν είναι εδώ αλλ’ ανέστη» (Λουκ. 24:5-6). Ο Θεός ανέστησε τον Χριστό εκ νεκρών, λύνοντας τις ωδίνες του θανάτου, γιατί δεν ήταν δυνατόν να κρατείται από αυτόν (Πραξ. 2:24). Η ανάσταση του Χριστού υπήρξε η έκδοση της αποφάσεως του Θεού. Ο Χριστός παραδόθηκε για τις αμαρτίες μας και ανέστη για την δικαίωσή μας. (Ρωμ. 4:25) Στο εξής ο αμαρτωλός βρίσκεται μπροστά σε ένα τελειωμένο έργο. Ο ιλασμός έγινε και ο Θεός τον αποδέχτηκε. Υπάρχει μέσο εξιλεώσεως και εξασφαλίστηκε δικαίωση. Ο Θεός αναγνώρισε στον Χριστό το δικαίωμα της αναστάσεως, γιατί Τον δοκίμασε ανέγκλητο μπροστά στην δικαιοσύνη Του. Και συγχρόνως παραχώρησε ανεπιφύλακτη την δικαιοσύνη από αυτόν του αμαρτωλού, εφόσον την θέση του κατέχοντάς την ο Χριστός, απέθανε στον Σταυρό. Ιδού το βάθος της σημασίας της αναστάσεως και ο λόγος για τον οποίο οι Απόστολοι επέμειναν κηρύττοντας την ανάσταση του Χριστού. (Πραξ. 2:32, 3:15, 4:10, 10:40, 13: 30, 17:31).

Μπορεί ο άνθρωπος να δοκιμάσει ολόκληρη την δύναμη του γεγονότος αυτού, αποδεχόμενος αυτό διά της πίστεως. Μέχρις ότου δοθεί η απάντηση από την μεριά του Θεού, όφειλε να αγωνιά. Δεν μπορούσε να συμβάλλει στην λύση της κρίσεως. Αλλά από την στιγμή από την οποία ο Χριστός ανέστη από τους νεκρούς καλείται να πιστέψει. Να πιστέψει ότι η δικαίωση εξασφαλίστηκε. Ο Θεός αποδέχτηκε τον αμαρτωλό και τον αναγνωρίζει δίκαιο μπροστά στην παρουσία Του, εφόσον δράττεται δια της πίστεως του τελειωμένου γεγονότος της δικαιώσεως. Και από τότε ο Θεός διακηρύττει στον λόγο του:«Εστω λοιπόν γνωστό εις υμάς ότι δια τούτου κηρύττεται προς υμάς άφεσις αμαρτιών, και από πάντων αφ’όσων δεν ηδυνήθητε δια του νόμου του Μωυσέως να δικαιωθείτε, δια τούτου πας πιστεύων δικαιούται»(Πρραξ. 13:38-39). Ο αληθής δίκαιος, εκείνος τον οποίον ο Θεός αναγνωρίζει σαν τέτοιο, δεν μπορεί αληθινά παρά μόνο δια πίστεως να ζήσει.

 

Γ’ Η αναγέννηση του αμαρτωλού σε νέα ζωή.

Ο Χριστός έγινε θυσία πάνω στον Σταυρό, και ο Θεός αναγνωρίζει δικαιοσύνη στον εν τω Χριστώ αμαρτωλό, που προσέρχεται σε Αυτόν. Από τον Σταυρό έρευσε ευλογία και από τον τάφο ανέβλυσε ευλογία. Κάθε ψυχή μπορεί να απλώσει το χέρι της πίστεως και να οικειοποιηθεί τις ευλογίες αυτές. Και δεν χρειάζεται άλλο μέσο παρά μόνο η πίστη γιατί ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε άλλο να προσθέσει στο τελειωμένο έργο. Εάν υπάρχει κάποιο έργο που ανήκει στην δικαιοδοσία του ανθρώπου για να το πράξει αυτό, είναι το να πιστεύει σε Εκείνον, που απέστειλε ο Θεός (Ιωαν. 6:29).

Η πίστη όμως αυτή, δεν περιορίζεται στην αναγνώριση και αποδοχή του μεγάλου γεγονότος ότι στον ιλασμό και στην δικαίωση ανοίχτηκε η θύρα προς τον ουρανό, αλλά γίνεται ο αγωγός που μεταφέρει την ζωή της αναστάσεως του Χριστού στην καρδιά και σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του πιστού. Το έργο του Σταυρού και η επισφράγιση του από μέρους του Θεού που ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, αποτελούν τις βάσεις της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, που αναλαμβάνει να εφαρμόσει την εν Χριστώ σωτηρία στην ζωή του ανθρώπου που αποδέχθηκε ήδη την σωτηρία αυτή. Η μυστηριώδης αυτή ενέργεια του Αγίου Πνεύματος ονομάζεται αναγέννηση (Α’ Πέτρου 1:3) ή λουτρό παλιγγενεσίας και ανακαίνιση(Τιτ. 3:5). Σχετικά με την αναγέννηση αυτή μίλησε ο Κύριος μας στον Νικόδημο (Ιωαν. 3:3,5) σαν απαραίτητο όρο για κάθε άνθρωπο για να δει την βασιλεία του Θεού και να εισέλθει σε αυτήν. Ετσι η εν Χριστώ σωτηρία δεν είναι εξωτερικό γεγονός βάσει του οποίου ο άνθρωπος θα καταλάβει θέση δίπλα στον Θεό, αλλά αποτελεί προοδευτική κατάσταση και εσωτερική αναμόρφωση κάθε ανθρώπινης ψυχής, που ειλικρινά αποδέχεται  τον Χριστό. Αποτελεί ανάπλαση και νέα δημιουργία στην ανθρώπινη καρδιά που αποκτά με την ενοίκηση του Πνεύματος του Θεού, πόθους και αισθήματα και προβαίνει σε ενέργειες, τις οποίες κατευθύνει το Πνεύμα του Χριστού. Παράλληλα, ο πιστός άνθρωπος, κάτω από το φως και την πραγματικότητα της αναγεννήσεως, μαθαίνει ότι η θέση του είναι στα ουράνια με ένδοξο προορισμό του να γίνει αυτός το μέσο με το οποίο ο Θεός θα φανερώσει στους επερχόμενους αιώνες τον υπερβάλλοντα πλούτο της χάριτός Του (Εφεσ. 2:6-7). Συγχρόνως το πνεύμα του Θεού βεβαιώνει σχετικά με την αποκατάσταση του αμαρτωλού σε θέση Υιότητας με τον Θεό, και σε απόδειξη αυτού κατοικεί στην καρδιά του πιστού κράζοντας προς τον Θεό «Αββά ο Πατήρ»(Γαλ. 4:6).

Πόσοι άνθρωποι στερούνται αυτήν την μεγάλη χαρά, γιατί δεν έσπευσαν να καταλάβουν την θέση, στην οποία προσκλήθηκαν εν τω Χριστώ! Πιστεύουν θεωρητικά στον ιλασμό και αναγνωρίζουν σαν ιστορικό γεγονός την δικαίωση. Αλλά αγνοούν ακόμα την πραγματικότητα της αναγεννήσεως και οι καρδιές τους δεν μεταβλήθηκαν σε πηγές ύδατος αναβλύζοντος σε αιώνια ζωή. Η πνευματική στείρωση, παρά τις ομολογίες πίστεως οφείλεται στο γεγονός ότι ενώ άρχισαν με το πνεύμα τελειώνουν ήδη με την σάρκα (Γαλ. 3:3). Ενώ κλήθηκαν να βαδίσουν δια της πίστεως, προτιμούν πορεία δια της όψεως. Ετσι έφυγαν από την χάρη, ζητώντας να δικαιωθούν με τα έργα της σαρκός, και στην δίνη της ομαδικής καταπτώσεως, που παρουσίασε η ανθρωπότητα στο παρελθόν, δεν είναι περίεργο ότι ο Μεσαίωνας υπήρξε σκοτεινότερος ως προς τις αντιλήψεις περί συγχωρήσεως και σωτηρίας του αμαρτωλού, και από αυτήν ακόμα την προχριστιανική περίοδο.

Ο Θεός όμως ευδόκησε από το ύψος της Αγίας Κλίμακος στην Ρώμη να εκπέμψει το φως της Ευαγγελικής αλήθειας, και να αποκαλύψει ολόκληρη την ωραιότητα του τελειωμένου πάνω στον Γολγοθά έργου στα μάτια της ματαιοπονούσας για την σωτηρία, ανθρωπότητας. Οι λίγες λέξεις :«Ο δε δίκαιος θέλει ζήσει εκ πίστεως» αποτέλεσαν το εναρκτήριο σάλπισμα και το αναγνωρισμένο σύνθημα του θείου έργου της αναμορφώσεως. Και της αναμορφώσεως εκείνης ευλογητή απήχηση είναι τα ιεραποστολικό και ευαγγελιστικό έργο στις εσχατιές της γης, που αποσκοπούσε όχι στην ίδρυση ανθρώπινης εκκλησίας και την επικράτηση συστήματος ανθρωπίνων δογμάτων, αλλά την διαφώτιση  και οδηγία κάθε ψυχής στην απόκτηση της εν Χριστώ σωτηρίας, σαν τελειωμένου έργου, δια της πίστεως σε Αυτόν.

159 total views, 1 views today

Print Friendly, PDF & Email

Ευαγγελική Εκκλησία της Ελλάδος